Εἶπεν ὁ Κύριος, μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε· μὴ καταδικάζετε, καὶ οὐ μὴ καταδικασθῆτε· ἀπολύετε, καὶ ἀπολυθήσεσθε· δίδοτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· μέτρον καλόν, πεπιεσμένον καὶ σεσαλευμένον καὶ ὑπερεκχυνόμενον δώσουσιν εἰς τὸν κόλπον ὑμῶν· τῷ γὰρ αὐτῷ μέτρῳ ᾧ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν.

Εἶπε δὲ παραβολὴν αὐτοῖς· μήτι δύναται τυφλὸς τυφλὸν ὁδηγεῖν; Οὐχὶ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται; Οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ· κατηρτισμένος δὲ πᾶς ἔσται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ. Τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ δοκὸν τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς; Ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ& ἀδελφῷ σου, ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου, αὐτὸς τὴν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου δοκὸν οὐ βλέπων; Ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου.

Οὐ γάρ ἐστι δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν· ἕκαστον γὰρ δένδρον ἐκ τοῦ ἰδίου καρποῦ γινώσκεται. Οὐ γὰρ ἐξ ἀκανθῶν συλλέγουσι σῦκα, οὐδὲ ἐκ βάτου τρυγῶσι σταφυλήν. Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ ἀγαθόν, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ πονηρόν· ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας λαλεῖ τὸ στόμα αὐτοῦ.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Εἶπε ὁ Κύριος: «Μὴ κρίνετε καὶ δὲν θὰ κριθῆτε· μὴ καταδικάζετε καὶ δὲν θὰ καταδικασθῆτε· συγχωρεῖτε καὶ θὰ συγχωρηθῆτε· δίνετε καὶ θὰ δώσουν καὶ σ’ ἐσᾶς· μέτρον ἄρτιον, συμπιεσμένον, γεμᾶτο, ποὺ θὰ ξεχύνεται θὰ δώσουν εἰς τὴν ἀγκαλιά σας. Διότι τὸ μέτρον μὲ τὸ ὁποῖον δίνετε θὰ σᾶς ἀνταποδοθῇ».

Τοὺς εἶπε καὶ παραβολήν: «Μήπως μπορεῖ ἕνας τυφλὸς νὰ ὁδηγῇ ἄλλον τυφλόν; Δὲν θὰ πέσουν καὶ οἱ δυὸ σὲ λάκκον; Δὲν ὑπάρχει μαθητὴς ἀνώτερος ἀπὸ τὸν δάσκαλό του· ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καταρτισθῆ θὰ εἶναι ὅπως ὁ δάσκαλός του. Γιατὶ βλέπεις τὴν ἀγκίδα ποὺ εἶναι εἰς τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου, καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσαι τὸ δοκάρι ποὺ εἶναι εἰς τὸ δικό σου μάτι; Πῶς μπορεῖς νὰ λὲς εἰς τὸν ἀδελφόν σου, «Ἀδελφέ, ἄφησέ με νὰ βγάλω τὴν ἀγκίδα ποὺ εἶναι εἰς τὸ μάτι σου», ἐνῷ ἐσὺ δὲν βλέπεις τὸ δοκάρι ποὺ εἶναι εἰς τὸ δικό σου μάτι; Ὑποκριτὰ, βγᾶλε πρῶτα τὸ δοκάρι ἀπὸ τὸ μάτι σου καὶ τότε θὰ ἰδῇς καθαρὰ γιὰ νὰ βγάλῃς τὴν ἀγκίδα ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου.

Κανένα δένδρον καλὸν δὲν παράγει καρπὸν σάπιο, οὔτε δένδρον σάπιο παράγει καρπὸν καλόν· κάθε δένδρον γνωρίζεται ἀπὸ τὸν δικόν του καρπόν· δὲν μαζεύουν σῦκα ἀπὸ ἀγκάθια, οὔτε τρυγοῦν σταφύλια ἀπὸ βατσινιά. Ὁ καλὸς ἄνθρωπος παράγει καλὸ ἀπὸ τὸ καλὸ ποὺ ἔχει μέσα του, καὶ ὁ κακὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ κακὸ ποὺ ἔχει μέσα του παράγει τὸ κακό· διότι τὸ στόμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκφέρει ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶναι γεμάτη ἡ καρδιά του».

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ